Στο πεδίο της οπτικής κουλτούρας, τίποτα δεν είναι αθώο. Κάθε εικόνα, κάθε αφίσα, κάθε εικαστικό ίχνος, φέρει μέσα της το αποτύπωμα ενός συστήματος. Η πολιτική και η οικονομία δεν είναι εξωτερικές επιρροές αλλά δομικά συστατικά του βλέμματος που καθορίζουν όχι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και το πώς το βλέπουμε.
Η έκθεση A.P.E. (affected by politics and economy) γεννήθηκε από αυτή την παραδοχή. Οι αφίσες λειτουργούν εδώ ως τόποι συμπύκνωσης κοινωνικών εντάσεων και επιφάνειες όπου η εξουσία, η προπαγάνδα, η επιθυμία και η αγορά συνυπάρχουν. Τα εικαστικά έργα, με τη σειρά τους, μετακινούν την έμφαση από την επικοινωνία στην αναστοχαστική χειρονομία, σε μια προσπάθεια να αποτυπωθεί η φθορά και η αντίσταση της εικόνας όταν αυτή αναμετριέται με τις δυνάμεις που την παράγουν.
Όπως έγραφε ο Guy Debord, «το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση διαμεσολαβημένη από εικόνες». Στο πλαίσιο αυτό, η οπτική παραγωγή γίνεται μηχανισμός τόσο αποκάλυψης όσο και αποπροσανατολισμού. Ο Jean Baudrillard θα υποστήριζε πως η οικονομία των σημείων έχει υποκαταστήσει την οικονομία των πραγμάτων κι έτσι η αφίσα, ο πίνακας ή η εγκατάσταση δεν κυκλοφορούν μόνο ως αισθητικά αντικείμενα, αλλά ως φορείς μιας ανταλλακτικής αξίας που υπερβαίνει το περιεχόμενό τους.
Το A.P.E. επιχειρεί να σταθεί σε αυτή την οριακή περιοχή όπου η εικόνα γίνεται συγχρόνως προϊόν και σχόλιο του συστήματος που την καθορίζει. Το ίδιο το ακρωνύμιο υποδηλώνει την αντίφαση: affected by politics and economy, ένας τίτλος που δηλώνει την εξάρτηση, αλλά και τη συνειδητοποίησή της. Η λέξη ape, ωστόσο, υπαινίσσεται κάτι πιο ενστικτώδες. Τη μίμηση, την αναπαραγωγή, την ανάγκη να επαναλαμβάνουμε μορφές μέσα σε έναν κόσμο που μας διαμορφώνει πριν ακόμη τον διαμορφώσουμε.
Ακολουθώντας τη σκέψη του Jacques Rancière, για τον οποίο η αισθητική είναι τρόπος κατανομής του αισθητού, τα έργα της έκθεσης αναδεικνύουν νέους τρόπους ορατότητας. Μας καλούν να σκεφτούμε όχι μόνο τι απεικονίζεται, αλλά ποιος έχει τη δυνατότητα να απεικονίζει και ποιος να κοιτά.
Η A.P.E. δεν επιδιώκει να δώσει απαντήσεις. Αντίθετα, προσκαλεί σε μια κριτική εγρήγορση απέναντι στην ίδια τη φύση της εικόνας ως πεδίου διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην εξάρτηση και την αυτονομία. Στον κόσμο όπου η πολιτική εκφράζεται μέσα από την αισθητική και η αισθητική μέσα από την οικονομία, το βλέμμα γίνεται πολιτική πράξη σε μια προσπάθεια να αναγνωρίσουμε τα ίχνη των μηχανισμών μέσα από τα οποία μαθαίνουμε να βλέπουμε.












