Με τον όρο gentrification ή τον ελληνικό όρο εξευγενισμός, αναφερόμαστε στη “μεταμόρφωση” γειτονιών, περιοχών και τελικά ολόκληρων πόλεων με τρόπο τέτοιο ώστε να ταιριάζουν σε συγκεκριμένα πρότυπα, να καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες και να εξυπηρετούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Οι πόλεις είναι ζωντανοί οργανισμοί και σε διάφορες ιστορικές φάσεις μπορούμε να παρατηρήσουμε σε αυτές άλλοτε μικρότερους και άλλοτε μεγαλύτερους μετασχηματισμούς στη μορφή και τη δομή τους. Σε τι διαφέρει λοιπόν το gentrification από αυτές τις διαδικασίες που δεν έλειψαν ουσιαστικά ποτέ από την ιστορική πορεία των πόλεων; Η διαφορά θα λέγαμε έγκειται στο γεγονός ότι οι πρώτες συνέβησαν αργά ακολουθώντας τις κοινωνικές μεταβολές, τις ζυμώσεις, τις μετακινήσεις πληθυσμών (π.χ. από την ύπαιθρο στις πόλεις), τις γενικότερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διεργασίες. Από την άλλη το gentrification πλήρως συνυφασμένο με τις οικονομικές στρατηγικές του παρόντος οικονομικού συστήματος, μέσω μιας συντονισμένης συνήθως προσπάθειας, εξευγενίζει και τελικά μετατρέπει τις πόλεις σε τουριστικό “προϊόν” προς κατανάλωση. Οι γειτονιές αλλάζουν, όχι μόνο όψη αλλά και βαθιά στον κοινωνικό τους πυρήνα, αποστειρώνονται για να παρουσιαστούν μεταμορφωμένες πια σε επενδυτές, επιχειρηματίες που “κυνηγούν ευκαιρίες” και τουρίστες.
Δεν θα πρέπει να μας παραπλανήσει ο όρος “ανάπλαση” για το τι πραγματικά περιέχει ο όρος gentrification. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε σε ποιους απευθύνεται και ποιος προσπαθεί να προσελκύσει μια ανάπλαση όπως την έχουμε δει να συμβαίνει μέχρι σήμερα για παράδειγμα σε γειτονιές τις Αθήνας. Ενδιαφέρεται άραγε να βελτιστοποιήσει τις δομές και την ποιότητα ζωής των κατοίκων της; Είναι φανερό ότι το μοντέλο ανάπτυξης από το οποίο προέρχεται το gentrification επιθυμεί έναν αστικό χώρο ελεγχόμενο και τακτοποιημένο και μακριά από αυτόν όποιον θα μπορούσε δυνητικά να χαλάει την εικόνα, την τάξη και την ασφάλεια του. Μεταξουργείο, Εξάρχεια, Λυκαβηττός κ.α. είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, στα οποία τα προηγούμενα χρόνια έλαβαν χώρα “επιχειρήσεις – σκούπα”(π.χ. Επιχείρηση “Ξένιος Ζεύς”) με σκοπό να απομακρυνθούν τοξικοεξαρτημένοι και μετανάστες. Εκτοπισμός, χωρίς καμία μέριμνα για το μέλλον ολόκληρων κοινωνικών ομάδων.
Δε θα μπορούσαμε να κλείσουμε την αναφορά αυτή στον όρο gentrification χωρίς να μιλήσουμε για τον τουρισμό. Η ανάπτυξη του αστικού τουρισμού αποτελεί άλλοτε ισχυρό μοχλό και άλλοτε ένα από τα αποτελέσματα των τάσεων του gentrification καθώς συχνά περιοχές που έχουν υποστεί gentrification μετατρέπονται σταδιακά σε τουριστικούς προορισμούς και άλλες φορές η ίδια η προώθηση του αστικού τουρισμού προσελκύει ομάδες που διαφέρουν κοινωνικά ή πολιτισμικά από τους κατοίκους μιας περιοχής, δημιουργώντας νέες ανάγκες που ενθαρρύνουν το gentrification. Η αναδιαμόρφωση των πόλεων τείνει τότε να κινείται προς μια κατεύθυνση κάλυψης αναγκών καταναλωτών-επισκεπτών και να απομακρύνεται από την προσπάθεια για παροχή μιας καλής ποιότητας ζωής για τους κατοίκούς της. Πέρα από το προφανές πρόβλημα που δημιουργείται στην ανάγκη για μόνιμη κατοικία με τη διάθεση κατοικιών για βραχυχρόνια μίσθωση (π.χ. Airbnb) βλέπουμε παράλληλα τόσο στα κέντρα των πόλεων όσο και στα περίχωρα την ανάπτυξη χώρων (που συχνά τείνουν να υπόκεινται σε μία τυποποίηση για να “πωλούνται” και να “καταναλώνονται” με ευκολία) αναψυχής, εστίασης και εμπορίου που απευθύνονται στους επισκέπτες ενώ φθίνουν σταδιακά οι υπηρεσίες και το εμπόριο που απευθύνονται στους μόνιμους κάτοικους. Αν δε προσθέσουμε στην εξίσωση και τη διαφορά στην αγοραστική δύναμη των δύο αυτών ομάδων το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο.
Μαρία Χαραλαμπίδου
































