Η μικρή σειρά τεσσάρων έργων Photo-set (1988), καθένα από τα οποία παρουσιάζει σε έξι στοίχους ένα πλέγμα ογδόντα περίπου συνολικά ανθρώπων, ενώ εκτελούν στερεότυπα κοινωνικά τυπικά. Στο πρώτο, τον Περίπατο, οι χρησιμοποιημένες φιγούρες από παραλιακά στιγμιότυπα του φωτογράφου περπατούν μόνες ή ανά ζεύγη, χαζεύουν, έχουν τα χέρια στις τσέπες. Στο δεύτερο συνειδητοποίησε πως ήταν πιο εύκολο να σκηνοθετεί τις πόζες που επιθυμούσε από το να τις συλλέγει στα προαύλια εκκλησιών. Προσέλαβε λοιπόν οκτώ μοντέλα από γραφείο κομπάρσων και τα φωτογράφισε σε λευκό φόντο, διευκολύνοντας την κατοπινή σύζευξη των μορφών σε ενιαίο πλάνο. Στο Κουτσομπολιό ζεύγη ή τριάδες ανθρώπων σχολιάζουν, τεντώνονται ερευνητικά, δείχνουν προσεκτικά, φέρουν σακούλες με ψώνια ή καρότσια. Μια κυρία κρατά ένα άδειο κλουβί ωδικού πτηνού, λεπτό σχόλιο για το ανώνυμο, άηχο τιτίβισμα που εικονίζεται. Στην Επίσκεψη, αντίστοιχα, κουβαλούν γλυκά ή λουλούδια, ενώ στο Ευλάβεια και Φιλανθρωπία κάνουν το σταυρό τους, τρώνε αντίδωρο, σκύβουν και διπλώνονται για να προσφέρουν ελεημοσύνη.
Τα μοντέλα είναι σχεδόν απαράλλαχτα μέσης και μεγάλης ηλικίας, στην οποία τα στερεότυπα έχουν παγιωθεί, οι κινήσεις έχουν κλειδώσει στις καθημερινές, μηχανικές ρουτίνες. Η όψη και η ενδυμασία παραπέμπουν σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ενώ πολλές πόζες επαναλαμβάνονται αυτούσιες, με ανάποδη φορά ή σε παραλλαγές, καταδεικνύοντας ένα εμφανώς πεπερασμένο εύρος κινήσεων. Καθώς μάλιστα στρέφουν και στις δύο κατευθύνσεις οι άνθρωποι μοιάζουν αδύναμοι να ξεφύγουν από το καθορισμένο, άκαμπτο όριο, αφοσιωμένοι μέσα από την ασφάλεια της ένταξής τους σε ένα συγκεκριμένο (κοινωνικό) πλαίσιο στην ατέρμονη εκτέλεση ενός ρεπερτορίου χειρονομιών. Κάποια μοντέλα μάλιστα εμφανίζονται σε περισσότερα από ένα έργα, σμίγοντας τα κοινωνικά τυπικά σε έναν κύκλο αδιατάρακτο. Πως όμως διακρίνονται τα αυθεντικά στιγμιότυπα από τις στημένες πόζες; Αν αυτό δεν είναι εφικτό πόσο περατό αποδεικνύεται έμμεσα το όριο των δύο συνθηκών;
Η δομή των έργων, ο αριθμός καταλόγου υπαινίσσονται τα φύλλα Letraset με τις τυποποιημένες εικόνες για σχέδια ή μακέτες. Ο Αντωνιάδης απαλείφει κάθε άλλη πληροφορία και ταξινομεί τις καθαρές πόζες σε μητρώα που λόγω μικρού μεγέθους αποθαρρύνουν την ατομική ταυτότητα χάριν της μαζικής. Οι φιγούρες αιωρούνται έτσι παράξενα αποκομμένες από κάθε ρίζα, στοιχημένες σε σειρές και συσσωματώσεις που θυμίζουν τις Καταστάσεις ή θραύσματα σύγχρονης ζωφόρου. Στο επίκεντρο της κριτικής του τίθεται, μεταξύ άλλων, ο τρόπος που η φωτογραφία, μαζικό κοινωνικό τυπικό πλέον η ίδια, δεν αρκείται στο να μεγεθύνει υφιστάμενα στερεότυπα, αλλά πλάθει καινούρια.
Ηρακλής Παπαϊωάννου



