Όσο πιο σκοτεινή είναι η νύχτα, τόσο πιο φωτεινά λάμπουν τα αστέρια είναι ένας ύμνος στη νεολαία που μεγαλώνει μέσα σε δύσκολα περιβάλλοντα, στερημένα από ευκαιρίες και θετικά πρότυπα.
Αυτό το μακροχρόνιο ντοκιμαντερίστικο πρότζεκτ εξερευνά την κουλτούρα της νεότητας και την αρρενωπότητα στη Νάπολη, μέσα από τον παραδοσιακό εορτασμό της φωτιάς γνωστό ως Cippo di Sant’Antonio (σσ. Πέτρα του Αγίου Αντωνίου).
Ξεκινώντας από μια παγανιστική παράδοση, όπου οι αγρότες άναβαν φωτιές με οικιακά απορρίμματα για να γιορτάσουν το τέλος του χειμώνα και να ζητήσουν προστασία για τον καινούργιο χρόνο, το έθιμο έχει πάρει μια ιδιόμορφη τροπή μέσα στην πόλη της Νάπολης. Η σημερινή μορφή του τελετουργικού έχει εξελιχθεί σε ένα παιγνιώδες “παιχνίδι”, όπου ομάδες παιδιών ηλικίας 6 έως 16 κατακλύζουν τους δρόμους φορώντας μπαλακλάβες, κλέβουν χριστουγεννιάτικα δέντρα, εμπλέκονται σε μάχες με αντίπαλες συμμορίες από γειτονικές περιοχές και κρύβουν τη «λεία» τους σε μυστικά σημεία της επικράτειάς τους μέχρι την ημέρα της φωτιάς.
Αυτό το παιχνίδι, βουτηγμένο στη βία και την αταξία, καλύπτει με παιδική αφέλεια μια βαθιά ριζωμένη εδαφική νοοτροπία και το αλφάβητο της συστημικής εγκληματικότητας που συχνά συναντάται στη Νότια Ιταλία.
Η φωτιά αντιμετωπίζεται ως πόρτα και κατώφλι που η νεολαία προσπαθεί να διαβεί. Και το παιχνίδι αυτό ενσωματώνει πολλαπλές διαστάσεις, όπου συμπλέκονται μοτίβα φιλίας, εμπιστοσύνης, ιεραρχίας, εδάφους, αρρενωπότητας, νόμου και παρανομίας.
Ένα τελετουργικό ενηλικίωσης, όπου η έντονη συναισθηματική αστάθεια της εφηβείας φτάνει στην κορύφωσή της και καίγεται μαζί με τη φωτιά, θυσιάζοντας τον εαυτό της στον πολιτισμό. Η αγριότητα που κυριαρχεί στη δημιουργία και το άναμμα της φωτιάς ακολουθείται από μια ήσυχη τρυφερότητα.
Τα θηριώδη ένστικτα της ενηλικίωσης, παγιδευμένα μέσα σε αυτά τα νεανικά σώματα, απελευθερώνονται και εξαντλούνται τη στιγμή που η φωτιά καίγεται οριστικά—σκοτώνοντας το παιδί και οδηγώντας τους στην ενηλικίωση.
Η σειρά αποτελεί επίσης μια απάντηση στην κυρίαρχη αποικιοκρατική αφήγηση της Νάπολης, που τόσο ξένοι όσο και ντόπιοι φωτογράφοι έχουν οικοδομήσει πάνω σε στερεότυπα, με τολμηρούς και παρωδικούς χαρακτήρες να ζουν τη Dolce far Niente (σσ. γλυκιά αδράνεια) για να ευχαριστήσουν την ηχώ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Αναμειγνύοντας διαφορετικά φορμά και χρώμα με ασπρόμαυρο, για να ξεφύγω από μια μανιεριστική γλώσσα, ανέπτυξα αυτόν τον ημερολογιακό τρόπο αφήγησης με μια ωμή και προσωπική προσέγγιση, επιτρέποντας στην ομορφιά και τη σκληρότητα να συνυπάρξουν.
Αυτές οι φωτογραφίες επιδιώκουν να αποδώσουν την αφέλεια και την ομορφιά αυτής της ηλικίας, προσφέροντας ταυτόχρονα νέους τρόπους οπτικής εξέτασης του θέματος της νεότητας και της ταυτότητας· αναδεικνύοντας τα προβλήματα που επηρεάζουν τον ιταλικό νότο και χτίζοντας μια γέφυρα ανάμεσα στη νεολαία αυτή και την ευρύτερη μεσογειακή κουλτούρα και πληθυσμό.









